Η Καρδιοκλέφτρα είναι μια κόρη που ζει σε ένα απομονωμένο νησί του Αιγαίου. Ζωγραφίζει μέσα από εικόνες λυρικές την μοναξιά αλλά και το μεγαλείο της ψυχής του σύγχρονου ανθρώπου που παλεύει να δώσει υπόσταση σε αυτό που κινεί μέσα του την ζωή, την ίδια τελικά την αγάπη.
Η "Καρδιοκλέφτρα" διανέμεται από τα ακόλουθα βιβλιοπωλεία της Αθήνας:
Ιανός, Σταδίου 24
Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3 & Ακαδημίας (αποστολή βιβλίων εντός Αθηνών, σε όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό) τηλ. 2103600235
Χριστάκης, Ιπποκράτους 8-10
Αλέξανδρου Δεσύλλα, Ζωοδόχου Πηγής 43, Εξάρχεια
Βιογραφικό σημείωμα
Η Γιώτα Ι. Αθανασίου γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Είναι απόφοιτη του Ιστορικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών με μεταπτυχιακές σπουδές στον Τομέα Νεοελληνικής Φιλολογίας. Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών.
«Ο Οξύλιθος είναι ο τόπος καταγωγής μου. Πρόκειται για ένα χωριό στα ανατολικά της Εύβοιας, σε απόσταση 10 χιλιομέτρων από την Κύμη. Δεσπόζει στους πρόποδες ενός ανενεργού σήμερα ηφαιστείου και στην παραλία του εκβάλλει ο ποταμός Μανικιάτης, ο μυθικός Νέδωνας.
Η ‘Καρδιοκλέφτρα’ είναι ο πρώτος μου μύθος. Μπολιασμένος με τις εικόνες του Οξυλίθου, που παραμένει μήτρα των ονείρων μου, την παράδοση για τα ξωτικά και της ψυχής μου τις διαδρομές. Ανάμεσα στις λέξεις του αναπνέουν ακόμη τα 19 μου χρόνια»
Γ.Α.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
Λιγοστά τα παραμύθια που διάβασα σαν ήμουν παιδί. Πολύ περισσότερα εκείνα που τόκισε η ανάγκη μου να λερώνω κάθε άνοιξη τα περιθώρια του χρόνου με μπογιές. Γκρι, άσπρο – μαύρο, βαθύ μπλε, μπορντό, απαλό ροζ, λ ε υ κ ό κι ύστερα … πράσινο. Μόνο πράσινο. Πράσινο ανοιχτό, πράσινο κλειστό, με γαλάζιες ανταύγειες, πράσινο κυπαρισσί, λαδί αγαπημένο. Σαν τα μάτια των Αγγέλων.
Κι αν μεγαλώνω, κρατώ ακόμη δυο μολυβιές από ουρανό στην πίσω τσέπη. Και ξύνω τα μολύβια μου να ντύσω την σκιά μου πολεμώ. Και στριμώχνομαι. Ανάμεσα στις «φωτεινές μοναξιές των ανθρώπων» – ναι, δάσκαλε;…ναι δάσκαλε!-.
«Η καρδιοκλέφτρα» είναι διαδρομή 10 χρόνων, ταλάντευση μεταξύ ονείρου και αλήθειας. Εκπεφρασμένη μέσω μιας συνήθειας αγαπημένης: της αντίστροφης δεύτερης ανάγνωσης. Εκείνης που εναρμονίζει την αταξία των πραγμάτων –λόγων και ειδώλων- που με φαινομενική ασυμφωνία συγκεντρώνονται γύρω μας. Κείμενα που γοητεύονται από το αποσπασματικό, δεμένα εσωτερικά, με αντίδοτο στην μοναξιά φάρους – ε ι κ ό ν ε ς.
Πρωτόπειρη γραφή, αχνή η μολυβιά. Λίγο πριν τις ξεμακρύνει ο νους, λίγο πριν χαθούν σε βαρκάδα, έρχομαι και τις απλώνω εδώ. Ζεστή και υγρή η αίσθηση. Και χάνομαι μέσα τους. Και γελώ. Γιατί στα μάτια μου στεφάνι – θρόνο υφαίνει με ηλιαχτίδες του ο ήλιος.
Ας είναι το πρώτο ψέλλισμα που γίνεται κραυγή, το αλλόκοτο αίσθημα πως κάτι σμιλεύεται μέσα μας και αγωνιζόμαστε να είμαστε εκεί για να του δώσουμε μορφή.
…Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν
ήταν μια ξωτικιά, ψηλή, αρχόντισσα.
Ζούσε σε μια απόμερη πλαγιά
σε μια γωνιά του Αιγαίου
και είχε για φυλαχτό μέσα στην μοναξιά της
έναν μικρό ουρανό.
Πάνω του κεντούσε κάθε που σουρούπωνε
της ζωής τα κρυφά.
Και ένα τραγούδι γλυκό ξεκινούσε σαν κεντούσε.
Τόσο, που το σώμα της γίνονταν ελαφρύ πολύ
και πετούσε…
Μα, τούτη η μοναδική, η μόνη της χαρά
ήταν στ’ αλήθεια φορτίο βαρύ.
Η μαμή της όρκο την είχε βάλει να δώσει,
σαν ήταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας της,
μόνο με κλωστή χρυσή να κεντά.
Και, αχ, όλοι το γνωρίζουν
πως ετούτη η κλωστή
κατοικεί μόνο στις καρδιές των ανθρώπων.
Των όμορφων ανθρώπων.
Σαν την γιαγιά την Καλλιώ.
Η γιαγιά η Καλλιώ δεν υπάρχει ανάμεσά μας.
Όχι πια. Μα, πριν γείρει να ξεκουραστεί,
χάρισε απλόχερα στην καρδιοκλέφτρα την καρδιά της.
Και τώρα, δες την πώς χορεύει.
Κι είναι χορός άφθαστης χαράς.
Μεγάλης και Αγγελικής.
Ξημέρωμα
Μια λιγοθυμιά και ένα θυμάρι άνοιξης,
ηθοποιοί μιας μυστικής παράστασης,
δένονται σε κόμπο πορφυρό,
κάθε που γεννιέται εδώ
ένα ακόμη πρωινό...
Την ώρα ετούτη που απλώνεται
σαν σεντονάκι το Αιγαίο
σε κρατώ και σε χορεύω.
Σ’ ένα χορό τρελό
σαν σε έρημο σπίτι, φτωχικό,
με μια θλίψη ζητιάνα.
Φυλαχτό.
Πάνω στην άμμο γέρνω
και όλο ξεμακραίνω.
Προς μια πατρίδα
δίχως ουρανό.
| < Προηγούμενο |
|---|


...
...
...
...
...
...
...
...
...
...
...
...



...
...
...
...
...
...